χεράκι

χεράκι
το ручонка, ручка;

§ θα τα ποδμε ενα χεράκι — а) по- говорим немножко; — б) (скажем) в нескольких словах, вкратце; — в) поговорим откровенно;

βάζω το χεράκι μου — приложить руку (к чему-л.)


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Смотреть что такое "χεράκι" в других словарях:

  • χεράκι — το, Ν·1. (κυρίως θωπευτικά) μικρό ή τρυφερό χέρι («δώσ μου το χεράκι σου») 2. φρ. α) «τού τά πα ένα χεράκι» ή «θα τά πούμε ένα χεράκι» με λίγα λόγια, χωρίς περιστροφές β) «δίνω [ή βάζω] ένα χεράκι» συντρέχω, βοηθώ …   Dictionary of Greek

  • χεράκι — το 1. υποκορ. του χέρι μικρό χέρι. 2. φρ., «Θα τα πούμε ένα χεράκι», θα μιλήσουμε χωρίς επιφυλάξεις ή με λίγα λόγια …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • λέγω — και λέω (AM λέγω, Μ και λέω) 1. εκφράζομαι με τον προφορικό λόγο, ομιλώ, λαλώ (α. «ο καθένας είπε τις απόψεις του» β. «λεγέτω μὲν οὖν περὶ αὐτοῡ ὡς ἕκαστος γιγνώσκει», Θουκ. γ. «ἔλεξαν ὑπὲρ τῶν στρατηγῶν τάδε», Ξεν.) 2. φρονώ, νομίζω (α. «τί λες… …   Dictionary of Greek

  • χέρι — Το ακρότατο τμήμα του επάνω άκρου· ο σκελετός του αποτελείται από 27 οστά, 8 από τα οποία (ονομάζονται μικρά οστά του χ. ή καρπός), βρίσκονται διατεταγμένα σε δυο σειρές και συμμετέχουν από τη μια μεριά στην άρθρωση του καρπού, ενώ από την άλλη… …   Dictionary of Greek

  • χειρίδιο — το / χειρίδιον, ΝΜΑ, και χιρίδιον Α [χειρίς, ῑδος] νεοελλ. ζωολ. ο ένας από τους δύο τύπους άκρων τών τετραπόδων σπονδυλοζώων μσν. αρχ. χειρίδα, μανίκι αρχ. χεράκι, μικρό χέρι …   Dictionary of Greek

  • χερακώνω — Ν [χεράκι] πιάνω κάτι με το χέρι, αρπάζω …   Dictionary of Greek

  • χερύδριον — τὸ, Α χεράκι («μικύλα τὰ χερύδρια», Μόσχ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < θ. χερ τής λ. χείρ* + υποκορ. κατάλ. ύδριον (πρβλ. λογ ύδριον)] …   Dictionary of Greek

  • Μάστορη, Βούλα — (Αγρίνιο 1945 –). Λογοτέχνης. Οι γονείς της, Μικρασιατικής καταγωγής, εγκαταστάθηκαν στο Αγρίνιο μετά την καταστροφή του 1922, ενώ η ίδια ζει στην Αθήνα από το 1952. Ασχολείται ιδιαίτερα με την παιδική λογοτεχνία (από το 1974), ενώ από το 1993… …   Dictionary of Greek

  • τσιμπηματιά — η 1. σημάδι από τσίμπημα: Το χεράκι του είναι γεμάτο τσιμπηματιές από κουνούπια. 2. τσίμπημα, τσιμπιά …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»